Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Nous excitons le public

Ανή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να γρά­φα­με - Ex Libris - για το Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Λί­γες μό­λις η­μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα, εί­χε α­να­κη­ρυχ­θεί α­πό τον υ­πουρ­γό Πο­λι­τι­σμού το 2011 Έτος Ελύ­τη. Ού­τε ο υ­πουρ­γός ού­τε το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου φαί­νο­νταν να έ­χουν θυ­μη­θεί τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αλλά και ο Τύ­πος, αυ­τή η πα­ντο­δύ­να­μη ε­ξου­σία, κα­τα­χρη­στι­κά α­πο­κα­λού­με­νη τέ­ταρ­τη, σιω­πού­σε. Όλα αυ­τά μας εί­χαν ω­θή­σει στο να θυ­μί­σου­με πώς εί­χε α­ντι­με­τω­πι­στεί η α­ντί­στοι­χη ε­πε­τεια­κή σύ­μπτω­ση το 2001. Και ε­κεί­νο το έ­τος εί­χε α­φιε­ρω­θεί σε νο­μπε­λί­στα. Ήταν το Έτος Σε­φέ­ρη. Ωστό­σο η Πο­λι­τεία εί­χε “ε­λεή­σει” και τις λοι­πές ε­πε­τείους. Με βά­ση αυ­τό το κα­λό προ­η­γού­με­νο, ευ­χό­μα­σταν να ε­πα­να­λη­φθεί η χει­ρο­νο­μία και έ­τσι να τι­μη­θούν οι ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες Πα­πα­δια­μά­ντη, Τσίρ­κα και Γκά­τσου, έ­στω και ως “φτω­χοί συγ­γε­νείς”.
Τε­λι­κά, η ευ­χή μας, πα­ρά πά­σαν προσ­δο­κίαν, εί­χε, συ­μπτω­μα­τι­κά ή μη, έ­ναν ε­ντυ­πω­σια­κό α­ντί­κτυ­πο. Μια ε­βδο­μά­δα αρ­γό­τε­ρα, ξε­κί­νη­σε σει­ρά πο­λυ­σέ­λι­δων δη­μο­σιευ­μά­των σε με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας ε­φη­με­ρί­δες α­φιε­ρω­μέ­νων στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ο­ποίος βρέ­θη­κε να φι­γου­ρά­ρει και σε πρω­το­σέ­λι­δα. Μέ­χρι έ­νας εκ­δό­της, α­πό τους χρο­νο­τρι­βού­ντες πα­πα­δια­μα­ντι­κά βι­βλία, έ­σπευ­σε να δώ­σει προ­δη­μο­σίευ­ση, υ­πο­σχό­με­νος το βι­βλίο ε­ντός του ε­ορ­τα­στι­κού έ­τους. Ανα­πό­τρε­πτα, αυ­τή η ζέ­ση της δη­μο­σιο­γρα­φίας συ­νέ­φυ­ρε α­να­κρί­βειες. Με­τα­ξύ άλ­λων, «Η Με­τα­νά­στις», το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, βρέ­θη­κε να εί­ναι πρω­το­δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Σω­τή­ρας», ού­τε καν «Σω­τή­ρα», που υ­πήρ­χε ε­κεί­να τα χρό­νια και ο Πα­πα­δια­μά­ντης εί­χε δη­μο­σιεύ­σει “θρη­σκευ­τι­κόν ποιη­μά­τιο­ν”. Ή α­κό­μη, ο Μιλ­τιά­δης Μα­λα­κά­σης βρέ­θη­κε να ο­μι­λεί στην “Ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τη­ρί­δα” του Πα­πα­δια­νά­ντη. Λα­θά­κια, που, προ­φα­νώς, ο­φεί­λο­νται στην δια­δι­κτυα­κή ε­νη­μέ­ρω­ση των συ­ντα­κτών. Εκεί­νο, ό­μως, που με­τρά­ει, εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα. Και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, το α­πο­τέ­λε­σμα υ­πήρ­ξε πα­νη­γυ­ρι­κό. Το 2011, εν τη πρά­ξει, εί­χε α­να­κη­ρυχ­θεί Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Όταν, μά­λι­στα, ως δυ­σά­ρε­στη για ε­μάς έκ­πλη­ξη, ήρ­θε η α­πό­λυ­τη σιω­πή για την ε­πέ­τειο του Ελύ­τη(1), πέ­ραν των α­να­φο­ρών της στους κα­τα­λό­γους μελ­λο­ντι­κών εκ­δη­λώ­σεων. Και σε ε­κεί­να, ό­μως, τα δη­μο­σιεύ­μα­τα δεν του δό­θη­κε το προ­βά­δι­σμα ού­τε καν στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση.
Megaron Plus

Βε­βαίως η ευ­χή μας, πα­ρά τον πολ­λα­πλα­σια­στι­κό α­ντί­κτυ­πο, που ευ­τύ­χη­σε να έ­χει, δεν έ­φτα­σε μέ­χρι τα ώ­τα των ι­θυ­νό­ντων. Αν και τε­λι­κά, ποιοι εί­ναι, την σή­με­ρον, οι ι­θύ­νο­ντες; Μάλ­λον εί­ναι βα­θιά νυ­χτω­μέ­νοι, ό­σοι, ό­πως ε­μείς, μέ­νουν στα δε­δο­μέ­να του 2001 και στρέ­φουν τους ο­φθαλ­μούς προς τους κρα­τι­κούς φο­ρείς. Εντός μιας δε­κα­ε­τίας, στον ά­νε­μο της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης και υ­πό την ε­πή­ρεια της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, δι­καιο­δο­σίες πα­ρα­με­ρί­στη­καν και ε­ξου­σίες α­να­τρά­πη­καν. Εν προ­κει­μέ­νω, η ευ­χή μας ει­σα­κού­στη­κε α­πό έ­να πο­λι­τι­στι­κό κέ­ντρο, που πο­τέ δεν εί­χα­με δια­νο­η­θεί, ό­τι θα μπο­ρού­σε να εν­δια­φερ­θεί για τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Ποιό; Το Megaron Plus! Μην βια­στεί­τε να το α­πα­ξιώ­σε­τε, κρί­νο­ντάς το α­πό την μειω­τι­κή ο­νο­μα­σία του. Αυ­τή έ­χει μό­νο ι­στο­ρι­κή α­ξία. Πράγ­μα­τι, πριν έ­ξι χρό­νια, Ια­νουά­ριο 2005, το Megaron Plus ξε­κί­νη­σε ως έ­να πρό­γραμ­μα εκ­δη­λώ­σεων, πρό­σθε­το στον κυ­ρίως κορ­μό των εκ­δη­λώ­σεων του Με­γά­ρου Μου­σι­κής. Οι προ­σω­πι­κό­τη­τες, ό­μως, διε­θνούς βε­λη­νε­κούς, που φι­λο­ξέ­νη­σε στο α­να­με­τα­ξύ, του προ­σέ­φε­ραν τό­σο κύ­ρος, ώ­στε, σή­με­ρα, να διεκ­δι­κεί το status του “διε­θνούς φό­ρουμ ι­δεώ­ν”.
Αυ­τός ο διε­θνής χα­ρα­κτή­ρας του Megaron Plus φαί­νε­ται πως δεν ε­κτι­μή­θη­κε α­νά­λο­γα α­πό την Πο­λι­τεία, κρί­νο­ντας α­πό την μείω­ση της χο­ρη­γού­με­νης οι­κο­νο­μι­κής στή­ρι­ξης. Αυ­τό θα πρέ­πει να συ­νέ­τει­νε, ως έ­να του­λά­χι­στον βαθ­μό, στη συ­νει­δη­το­ποίη­ση α­πό την πλευ­ρά των ι­θυ­νό­ντων, ό­τι δεν εί­χε δο­θεί έμ­φα­ση στην ε­σω­τε­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της χώ­ρας, καλ­λι­τε­χνι­κή, ε­πι­στη­μο­νι­κή έως και λο­γο­τε­χνι­κή. Του­λά­χι­στον ό­χι η α­ντί­στοι­χη, με ε­κεί­νη που εί­χε δο­θεί στα διε­θνή πράγ­μα­τα. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, μέ­χρι και πέ­ρυ­σι, οι εκ­δη­λώ­σεις, οι σχε­τι­κές με την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, πε­ριο­ρί­ζο­νταν σε “κύ­κλους” δια­λέ­ξεων, που εί­χαν ξε­κι­νή­σει α­πό τον “κύ­κλο ποίη­σης”. Οπό­τε ε­φέ­τος, ε­πι­χει­ρεί­ται έ­να θε­α­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα. Κα­λύ­πτο­ντας, τρό­πον τι­νά, την κα­χε­ξία, που εμ­φα­νί­ζει το Ε.ΚΕ.ΒΙ, δε­δο­μέ­νου ό­τι ε­κεί­νο μέ­νει κρα­τι­κο­δίαι­το, χω­ρίς χο­ρη­γίες και λοι­πά έ­σο­δα, το Megaron Plus α­να­κοί­νω­σε ό­τι α­να­λαμ­βά­νει υ­πό τη σκέ­πη του τρεις α­πό τις κο­ρυ­φαίες λο­γο­τε­χνι­κές ε­πε­τείους. Στις ε­ξαγ­γε­λίες, η πρω­το­κα­θε­δρία δό­θη­κε στον Πα­πα­δια­μά­ντη και α­κο­λού­θη­σε η α­να­φο­ρά των Ελύ­τη και Τσίρ­κα. Για τον Γκά­τσο δεν έ­γι­νε λό­γος. Το Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής διορ­γά­νω­σε ή­δη συ­ναυ­λίες προς τι­μή του. Έτσι κι αλ­λιώς, ή­ταν α­να­με­νό­με­νο ο Γκά­τσος να τι­μη­θεί, πρω­τί­στως, ως στι­χουρ­γός. Ο ποιη­τής α­πο­μέ­νει για ε­κλε­κτές ο­μη­γύ­ρεις.
Αλλά, και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό πού και ως πού; Νο­μπε­λί­στας γαρ ο Ελύ­της, βρί­σκε­ται στο φυ­σι­κό του χώ­ρο. Άντε και ο Τσίρ­κας, με την έμ­φα­ση να δί­νε­ται στον κο­σμο­πο­λί­τη συγ­γρα­φέα. Στην α­πο­ρία για την πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­δια­μά­ντη α­πα­ντούν οι ι­θύ­νο­ντες του Megaron Plus. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν συ­γκα­τα­λέ­γε­ται, α­πλώς, στους κο­ρυ­φαίους Έλλη­νες πε­ζο­γρά­φους, αλ­λά “με το έρ­γο του μας φέρ­νει α­ντι­μέ­τω­πους με το ε­ρώ­τη­μα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας και πα­ρά­δο­σης”. Κα­τά τα άλ­λα, οι υ­πεύ­θυ­νοι του προ­γράμ­μα­τος εκ­δη­λώ­σεων, ευαί­σθη­τοι στις λε­πτές ι­σορ­ρο­πίες, που ε­πι­κρα­τούν στα λο­γο­τε­χνι­κά πράγ­μα­τα, α­να­φέ­ρουν ό­τι τα α­φιε­ρώ­μα­τα θα γί­νουν σε συ­νερ­γα­σία με τους δια­χει­ρι­ζό­με­νους την πνευ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά των τι­μώ­με­νων. Για­τί αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, κλη­ρο­νό­μοι Αρχείων και σύλ­λο­γοι, μη α­να­μέ­νο­ντες αυ­τήν την εξ ου­ρα­νού βοή­θεια, άλ­λα σχε­δία­ζαν και μάλ­λον άλ­λα πο­λι­τι­στι­κά κέ­ντρα προ­σέγ­γι­ζαν.
Τρια­δι­κή συ­νερ­γα­σία

Με βά­ση αυ­τά, α­να­με­νό­με­νη ή­ταν η ε­ξαγ­γελ­θεί­σα, α­πό την πλευ­ρά του Megaron Plus, συ­νερ­γα­σία με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών. Εκεί­νο, που δεν ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, ή­ταν μια τρια­δι­κή συ­νερ­γα­σία, με τρί­το πό­λο, την Αρχιε­πι­σκο­πή Αθη­νών. Κά­τι σαν ι­στο­ρι­κός συμ­βι­βα­σμός δυ­τι­κο­φρό­νων και ο­πα­δών της α­να­το­λι­κής πα­ρά­δο­σης, με την Εται­ρεία, μάλ­λον μοι­ρα­σμέ­νη πα­ρά στο ρό­λο του διαι­τη­τή. Πι­στεύου­με πως μια πα­ρό­μοια συ­νερ­γα­σία, μό­νο έ­νας δια­νοού­με­νος, που έ­χει πε­ρά­σει στην αρ­μο­νι­κή σύν­θε­ση των α­ντι­θέ­των, μπο­ρεί να συλ­λά­βει. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ει­κά­ζου­με ό­τι ο ε­νορ­χη­στρω­τής δεν μπο­ρεί να εί­ναι άλ­λος α­πό τον Σταύ­ρο Ζου­μπου­λά­κη, που δρα­στη­ριο­ποιεί­ται με τρεις δια­φο­ρε­τι­κές ι­διό­τη­τες: Μέ­λος της Εται­ρείας Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών και της Επι­στη­μο­νι­κής Επι­τρο­πής για τη διορ­γά­νω­ση του Συ­νε­δρίου, έ­νας α­πό τους βα­σι­κούς διευ­θύ­νο­ντες στις λο­γο­τε­χνι­κές εκ­δη­λώ­σεις του Μegaron Plus και πρό­ε­δρος του θε­ο­λο­γι­κού ι­δρύ­μα­τος Βι­βλι­κών Με­λε­τών «Άρτος Ζωής».
Όσο α­φο­ρά την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών, με­τά τις ε­ξαγ­γε­λίες του Megaron Plus, θα α­να­με­νό­ταν α­πό μέ­ρους της κά­ποια α­πά­ντη­ση, εί­τε α­πο­δο­χής εί­τε α­πόρ­ρι­ψης. Και στην πε­ρί­πτω­ση, που θα ε­πι­κρο­τού­σε την πρό­τα­ση συ­νερ­γα­σίας, θα α­να­με­νό­ταν μια ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­ση για τις αλ­λα­γές στους σχε­δια­σμούς της. Κο­ντεύει, ό­μως, να συ­μπλη­ρω­θεί μή­νας α­πό τη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που του Megaron Plus και η Εται­ρεία σιω­πά, ε­νώ, στον Τύ­πο, διαρ­ρέ­ουν σκόρ­πιες πλη­ρο­φο­ρίες για τις προ­θέ­σεις της. Έτσι, ό­μως, φαί­νε­ται ό­τι λει­τουρ­γεί η Εται­ρεία, ε­πι­βε­βαιώ­νο­ντας τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό της “κλει­στής λέ­σχης μυη­μέ­νω­ν”, που της εί­χα­με α­πο­δώ­σει. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις 5 Ια­νουα­ρίου 2011, σε α­πά­ντη­ση του δι­κού μας δη­μο­σιεύ­μα­τος, μας έ­στει­λε την “ε­γκύ­κλιο ε­πι­στο­λή” για το «Γ΄ Διε­θνές Συ­νέ­δριο για τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη», με η­με­ρο­μη­νία 20 Σε­πτεμ­βρίου 2010, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ως προ­θε­σμία για την δή­λω­ση συμ­με­το­χής στο Συ­νέ­δριο η 30η Νο­εμ­βρίου 2010. Επι­προ­σθέ­τως, η δια­τύ­πω­ση της ε­πι­στο­λής δεί­χνει ό­τι δεν α­πευ­θύ­νε­ται στον Τύ­πο αλ­λά σε υ­πεύ­θυ­νους πα­νε­πι­στη­μια­κών τμη­μά­των. Βε­βαίως, ό­λα αυ­τά μπο­ρεί να μην α­πο­τε­λούν έν­δει­ξη μυ­στι­κο­πά­θειας, αλ­λά, α­πλώς, να εκ­φρά­ζουν την ε­πι­θυ­μία των διορ­γα­νω­τών οι συμ­με­το­χές στο Συ­νέ­δριο να πε­ριο­ρι­σθούν σε πα­νε­πι­στη­μια­κούς και κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε μέ­λη της Εται­ρείας, συγ­γε­νείς και φί­λους.
Τα του συ­νε­δρίου

Επα­νερ­χό­με­νοι στα της διορ­γά­νω­σης του Συ­νε­δρίου, πα­ρα­τη­ρού­με την α­σά­φεια αλ­λά και τις α­ντι­φά­σεις της ε­πι­στο­λής ως προς τον τό­πο διε­ξα­γω­γής του. Ει­σα­γω­γι­κά α­να­φέ­ρε­ται “πι­θα­νό­τα­τα στη Σκιά­θο” και κα­τα­λη­κτι­κά, υ­πάρ­χει η δια­βε­βαίω­ση ό­τι “ο Δή­μος Σκιά­θου προ­τί­θε­ται να α­να­λά­βει τα έ­ξο­δα φι­λο­ξε­νίας”. Αυ­τή η α­ντι­γνω­μία δεν εί­ναι πα­ρά η κο­ρυ­φή του πα­γό­βου­νου. Όπου, εν προ­κει­μέ­νω, το πα­γό­βου­νο εί­ναι η δια­φο­ρά α­πό­ψεων ως προς τον τό­πο διε­ξα­γω­γής, που χρο­νο­λο­γεί­ται ε­δώ και του­λά­χι­στον μια ει­κο­σα­ε­τία, α­πό το πρώ­το Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο τό­πος, μέ­σα α­πό το σκε­πτι­κό ό­τι προσ­διο­ρί­ζει και το με­γα­λύ­τε­ρο ή μι­κρό­τε­ρο ά­νοιγ­μα του Συ­νε­δρίου προς το κοι­νό, φαί­νε­ται ό­τι α­πο­κτά ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία. Η λύ­ση, που πα­λαιό­τε­ρα εί­χε προ­τα­θεί, να μοι­ρα­στεί το Συ­νέ­δριο α­νά­με­σα σε Αθή­να και Σκιά­θο, α­φού και στα δυο μέ­ρη υ­πάρ­χουν χώ­ροι φι­λο­ξε­νίας, δεν εί­χε τό­τε ού­τε καν συ­ζη­τη­θεί. Πι­θα­νώς, για­τί στα κα­θ’ η­μάς οι ε­σω­τε­ρι­κές έ­ρι­δες εί­θι­σται να λύ­νο­νται με ε­ξω­τε­ρι­κή διαι­τη­σία. Αυ­τόν, α­κρι­βώς, το ρό­λο φαί­νε­ται ό­τι έρ­χε­ται να παί­ξει το Megaron Plus, ει­ση­γού­με­νο, ου­σια­στι­κά, μια σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση, την ο­ποία, ως έ­να βαθ­μό, διευ­κο­λύ­νει το θέ­μα του Συ­νε­δρίου.
Σε α­ντί­θε­ση με τα δυο προ­η­γού­με­να Συ­νέ­δρια, το φε­τι­νό έ­χει ο­ρι­σμέ­νο θέ­μα, «Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­φρά­ζων και με­τα­φρα­ζό­με­νος», το ο­ποίο πα­ρα­με­ρί­ζει τον διη­γη­μα­το­γρά­φο Πα­πα­δια­μά­ντη. Κα­τά την ε­πι­στο­λή, “αν υ­πάρ­ξει χρό­νος, θα δια­τε­θεί σε ε­λεύ­θε­ρες α­να­κοι­νώ­σεις”. Λύ­ση, που δεί­χνει μάλ­λον προ­κρού­στεια και δυ­σκό­λως ε­φαρ­μό­σι­μη, α­φού αρ­κε­τοί εί­ναι πά­ντο­τε ε­κεί­νοι, που θέ­λουν να α­να­φερ­θούν στον κα­θ’ ε­αυ­τό Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν, μά­λι­στα, υ­πο­θέ­σου­με ό­τι το Συ­νέ­δριο δεχ­θεί ε­ξω­πα­νε­πι­στη­μια­κές συμ­με­το­χές, συγ­γρα­φέων και λοι­πών πα­πα­δια­μα­ντο­λο­γού­ντων, τό­τε οι εν λό­γω συμ­με­το­χές θα εί­ναι α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρες. Οπό­τε ο δια­χω­ρι­σμός του Συ­νε­δρίου σε δυο σκέ­λη έρ­χε­ται σχε­δόν σαν αυ­το­νό­η­τος. Αρκεί αυ­τός, που θα τον προ­τεί­νει, να πε­ρι­βάλ­λε­ται με τον μαν­δύα μιας α­νώ­τε­ρης ε­ξου­σίας και α­κτι­νο­βο­λίας, ώ­στε να υ­περ­κε­ρα­στούν οι ε­σω­τε­ρι­κές, προ­σω­πι­κής υ­φής, α­ψι­μα­χίες.
Κα­τά τη σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση, το “φι­λέ­το” του Συ­νε­δρίου, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με την αρ­γκό των ερ­γο­λά­βων, δη­λα­δή το κυ­ρίως θέ­μα του Συ­νε­δρίου, μπο­ρεί να δο­θεί στο Megaron Plus. Δε­δο­μέ­νου ό­τι οι νε­ο­ελ­λη­νι­στές της αλ­λο­δα­πής, κα­θώς και οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί της η­με­δα­πής, το πι­θα­νό­τε­ρο, σε αυ­τό θα ε­πι­κε­ντρω­θούν. Έτσι, ο α­θη­ναϊκός πό­λος του Συ­νε­δρίου θα ε­ξα­σφα­λί­σει το ε­πι­διω­κό­με­νο διε­θνές προ­φίλ. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι, ό­τι αυ­τή η, α­πό μια ά­πο­ψη, με­ρο­λη­πτι­κή μοι­ρα­σιά δεν θα δυ­σα­ρε­στή­σει το έ­τε­ρο σκέ­λος. Σε α­ντί­θε­ση με τον μύ­θο του Σο­λο­μώ­ντα, που θέ­λει την πραγ­μα­τι­κή μη­τέ­ρα του βρέ­φους να ο­δύ­ρε­ται στην προο­πτι­κή του τε­μα­χι­σμού του, ό­σοι ε­πι­λέ­ξουν να α­σχο­λη­θούν με τον δη­μιουρ­γό Πα­πα­δια­μά­ντη, μάλ­λον θα χα­ρούν να το πρά­ξουν στον γε­νέ­θλιο τό­πο του.
Μια πα­ρό­μοια διευ­θέ­τη­ση θα μπο­ρού­σε να κλεί­σει με τη λαϊκή ρή­ση, ι­δού “και η πί­τα ο­λό­κλη­ρη και ο σκύ­λος χορ­τά­τος”. Εί­θι­σται, ό­μως, ο σχε­δια­σμός των ε­πε­τείων να λαμ­βά­νει υ­π’ ό­ψιν, πρω­ταρ­χι­κά και ως έ­να βαθ­μό, τον τι­μώ­με­νο. Αυ­τή η αρ­χή φαί­νε­ται να πα­ρα­με­ρί­στη­κε τό­σο α­πό την ε­μπλε­κό­με­νη λο­γο­τε­χνι­κή κοι­νό­τη­τα ό­σο και α­πό τον Τύ­πο. Κα­τ’ αρ­χήν, το θέ­μα του Συ­νε­δρίου ε­πι­λέχ­θη­κε με κρι­τή­ριο το πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο εν­δια­φέ­ρον για τη με­τα­φρα­σι­μό­τη­τα ε­νός συγ­γρα­φέα. Έχου­με κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη σχο­λιά­σει τις πα­ρα­χω­ρή­σεις των μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων για να ε­πι­τευχ­θεί η με­τα­φρα­σι­μό­τη­τα των βι­βλίων τους, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, σε βά­ρος της ό­ποιας λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας. Στην πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­δια­μά­ντη, η α­πό­φα­ση δεί­χνει βε­βια­σμέ­νη. Δεν υ­πάρ­χει ε­κεί­νο το σώ­μα ε­ρευ­νών και με­λε­τών, το ι­κα­νό και α­να­γκαίο, που θα δι­καιο­λο­γού­σε έ­να τό­σο ει­δι­κού θέ­μα­τος Συ­νέ­δριο. Με τον με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη α­σχο­λού­νται το πο­λύ δυο τρεις άν­θρω­ποι και με τον με­τα­φρα­ζό­με­νο, ου­σια­στι­κά, μό­νο οι κα­τά γλώσ­σα με­τα­φρα­στές του. Ενώ, για αμ­φο­τέ­ρους, α­που­σιά­ζουν πα­ντε­λώς οι βι­βλιο­γρα­φι­κές ερ­γα­σίες. Σε αυ­τό το πλαί­σιο, τι σόϊ γό­νι­μος διά­λο­γος μπο­ρεί να α­να­πτυχ­θεί;
Ο Άλλος Πα­πα­δια­μά­ντης

Αν σε ε­πί­πε­δο λο­γο­τε­χνίας, ό­πως του­λά­χι­στον κα­τα­δει­κνύει το θέ­μα του Συ­νέ­δριου, ελ­κύει ο με­τα­φρα­στής, σε ε­πί­πε­δο βιο­γρα­φίας, δεν ελ­κύει α­πλώς, αλ­λά μα­γνη­τί­ζει μια με­ρί­δα συγ­γρα­φέων “ο άλ­λος Πα­πα­δια­μά­ντης”. Κυ­ριο­λε­κτι­κά η­δο­νί­ζο­νται να α­να­φέ­ρουν τις “σκο­τει­νές” πλευ­ρές του. Δεν αρ­κού­νται, μά­λι­στα, στις μαρ­τυ­ρίες των συ­γκαι­ρι­νών του, αλ­λά τις ε­μπλου­τί­ζουν ε­πί το γλα­φυ­ρό­τε­ρο και δρα­μα­τι­κό­τε­ρο. Και­ρού ε­πι­τρέ­πο­ντος, θα ε­πα­νέλ­θου­με σε αυ­τόν “τον άλ­λο Πα­πα­δια­μά­ντη”, που, ό­πως ό­λα δεί­χνουν, θα εί­ναι ο κυ­ρίαρ­χος μύ­θος κα­τά το τρέ­χον έ­τος. Προ­σώ­ρας, θα α­να­φέ­ρου­με ο­ρι­σμέ­να ε­ντυ­πω­σια­κά πρω­το­σέ­λι­δα ε­φη­με­ρί­δων με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας. Ένα πρω­το­σέ­λι­δο θέ­τει ως λε­ζά­ντα της φω­το­γρα­φίας του, “Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης ο πέ­νης”. Έτε­ρο, τον συ­στή­νει με το τρί­πτυ­χο, “ά­γιος, ποιη­τής, αλ­κοο­λι­κός”, που θυ­μί­ζει μάλ­λον Ζαν Ζε­νέ. Τρί­το, προ­κρί­νει τον τίτ­λο, “Ο «Άγιος της λο­γο­τε­χνίας» συ­να­ντά το «κα­κό»”. Εδώ, η α­να­φο­ρά δεν α­ντι­στοι­χεί στον βίο του, αλ­λά στο έρ­γο του. Όχι, ό­μως, το πε­ζο­γρα­φι­κό, λ.χ., την «Φό­νισ­σα», αλ­λά το με­τα­φρα­στι­κό, και πά­λι, ό­μως, ό­χι στη με­τά­φρα­ση ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού έρ­γου, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, το «Έγκλη­μα και τι­μω­ρία», αλ­λά σε έ­να δη­μο­φι­λές α­νά­γνω­σμα, του ο­ποίου τη με­τά­φρα­ση δεν υ­πο­γρά­φει. Εί­ναι «Ο Πύρ­γος του Δρά­κου­λα» του Μπραμ Στόου­κε­ρ, που μό­νο ως ει­κα­σία φέ­ρε­ται α­πό τους φι­λο­λό­γους ως πα­πα­δια­μα­ντι­κή με­τά­φρα­ση.
Κα­τά τα άλ­λα, έ­να ευ­ρύ κοι­νό α­να­μέ­νει οι ε­πε­τεια­κοί ε­ορ­τα­σμοί να σέ­βο­νται το πνεύ­μα και το ή­θος του τι­μώ­με­νου. Εφέ­τος, ό­μως, για τον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­λέ­γο­νται χώ­ροι και τρό­ποι, που ο ί­διος α­πο­ποιεί­το. Η Ε­ΣΗΕ­Α, το ε­παγ­γελ­μα­τι­κό σω­μα­τείο, στο ο­ποίο θα α­νή­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης, αν αυ­τό εί­χε προ­λά­βει να ι­δρυ­θεί στα χρό­νιά του, ε­πι­λέ­γει την αί­θου­σα «Παρ­νασ­σού», εις α­νά­μνη­ση της Ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τη­ρί­δος του, που ε­ορ­τά­στη­κε σε αυ­τήν, στις 13 Μαρ­τίου 1908. Οι συ­γκαι­ρι­νοί του, διορ­γα­νω­τές και ο­μι­λη­τές, δεν γνώ­ρι­ζαν την α­πα­ρέ­σκειά του, ού­τε ό­τι ε­κεί­νος δεν θα προ­σέλ­θει. Άλλο­θι, που δεν έ­χουν οι ση­με­ρι­νοί. Η Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών δεν ε­πι­λέ­γει, λ.χ., το Πα­νε­πι­στή­μιο, έ­ναν εν­δει­κνυό­με­νο χώ­ρο για τον κλα­σι­κό της νέ­ας ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας, που δια­κη­ρύτ­τουν ό­τι εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Μια α­νά­λο­γη ε­πι­λο­γή θα α­γαλ­λία­ζε την ψυ­χή του και αυ­τό εί­ναι κά­τι, που οι πι­στεύο­ντες, οι ο­ποίοι και θα πρέ­πει να εί­ναι η πλειο­νό­τη­τα των με­λών της Εται­ρείας του, θα α­να­με­νό­ταν να λά­βουν υ­πό­ψη τους. Και τε­λευ­ταίο, αλ­λά ί­σως, για ε­κεί­νον το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, στη θρη­σκευ­τι­κή τε­λε­τή, που προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται να γί­νει στο α­γα­πη­μέ­νο του εκ­κλη­σύ­δριο, τον Άγιο Ελισ­σαίο, φη­μο­λο­γεί­ται ό­τι δεν θα κλη­θεί έ­νας ιε­ρο­μό­να­χος α­πό τη μο­νή της Ευαγ­γε­λί­στριας Σκιά­θου ή έ­νας ε­ρη­μί­της μο­να­χός α­πό τα Κα­του­νά­κια του Αγίου Όρους, αλ­λά – τι τι­μή! - ο Αρχιε­πί­σκο­πος. Σαν να α­κού­με τον Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό τις νε­φέ­λες, “Nous excitons le public”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Πηγή : Ex Libris

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου